υδραυλικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υδραυλικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]
υδραυλικός, -ή, -ό
- σχετικός με την παροχή και τη διοχέτευση του νερού
- ※ Υδραυλική εγκατάσταση μέσα στην κατοικία / Υδραυλική εγκατάσταση έξω από την κατοικία, αλλά μέσα στην οικοδομή / Δεν υπάρχει αποχωρητήριο με υδραυλική εγκατάσταση (επιλογές απαντήσεων για τις κατοικίες στα Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού - κατοικιών της 5ης Απριλίου 1981, Εθνική Στατιστική υπηρεσία της Ελλάδος, 1987, σελ. 96)
- ※ Το πιο αντιπροσωπευτικό σύστημα του υδραυλικού συστήματος της μυκηναϊκής εποχής αποσπάστηκε και επανατοποθετήθηκε στη θέση του από τον Δημήτρη Κορρέ, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του σταθμού του ΜΕΤΡΟ « Άλιμος». (Αρχαιολογικόν Δελτίον, Τόμος 63, Υπουργείο Πολιτισμού, 2008, σελ. 202)
- σχετικός με τη λειτουργία συστημάτων ρευστών
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υδραυλικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]
υδραυλικός αρσενικό
- (επάγγελμα) τεχνίτης που ασχολείται με εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γιατρός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)