ρευστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρευστός ρευστή ρευστό
γενική ρευστού ρευστής ρευστού
αιτιατική ρευστό ρευστή ρευστό
κλητική ρευστέ ρευστή ρευστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρευστοί ρευστές ρευστά
γενική ρευστών ρευστών ρευστών
αιτιατική ρευστούς ρευστές ρευστά
κλητική ρευστοί ρευστές ρευστά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρευστός < αρχαία ελληνική ῥευστός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɛf.ˈstɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ρευστός, -ή, -ό

  1. που ρέει
  2. (φυσική) το υγρό ή το αέριο σώμα
  3. (μεταφορικά) που μεταβάλλεται διαρκώς, ασταθής
    η κατάσταση είναι ακόμα πολύ ρευστή, καλύτερα να μην κάνουμε καμία κίνηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]