ρευστότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρευστότητα ρευστότητες
γενική ρευστότητας ρευστοτήτων
αιτιατική ρευστότητα ρευστότητες
κλητική ρευστότητα ρευστότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρευστότητα < ρευστός + -ότης / -ότητα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾɛf.ˈstɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρευστότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα των ρευστών (υγρών και αερίων) σωμάτων να κινούνται και να μεταβάλλουν το σχήμα τους
  2. η ιδιότητα μιας κατάστασης που είναι ρευστή, ασταθής, που βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή
  3. η ύπαρξη του αναγκαίου χρήματος σε μετρητά
    Η αγορά πάσχει από χαμηλή ρευστότητα.
  4. η αστάθεια
    μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αντιμετώπησαν οικονομικά προβλήματα και ρευστότητα στις αποικίες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]