ακατέργαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀκατέργαστος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακατέργαστος ακατέργαστη ακατέργαστο
γενική ακατέργαστου ακατέργαστης ακατέργαστου
αιτιατική ακατέργαστο ακατέργαστη ακατέργαστο
κλητική ακατέργαστε ακατέργαστη ακατέργαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακατέργαστοι ακατέργαστες ακατέργαστα
γενική ακατέργαστων ακατέργαστων ακατέργαστων
αιτιατική ακατέργαστους ακατέργαστες ακατέργαστα
κλητική ακατέργαστοι ακατέργαστες ακατέργαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατέργαστος < ελληνιστική κοινή ἀκατέργαστος < αρχαία ελληνική κατεργάζομαι < κατά + ἐργάζομαι < ἔργον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακατέργαστος -η -ο

  1. που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
    στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο
  2. (μεταφορικά) ακαλλιέργητος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]