charbon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
charbon charbons

charbon (fr) αρσενικό

  1. το κάρβουνο
  2. (τεχνολογία) το καρβουνάκι
  3. η αγγαρεία, η δουλειά που κανείς δεν θέλει να κάνει
    il faut que j'aille au charbon - πρέπει να πάω να κάνω μια αγγαρεία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]