κόκκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόκκος κόκκοι
γενική κόκκου κόκκων
αιτιατική κόκκο κόκκους
κλητική κόκκε κόκκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόκκος < αρχαία ελληνική κόκκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόκκος αρσενικό

  1. ευδιάκριτο στερεό κομμάτι μιγμάτων αέρα
    Η άμμος αποτελείται από κόκκους πετρωμάτων.
    κόκκος καφέ
  2. (χημεία) μονοκρυσταλλικό τμήμα ενός υλικού
    Ο κάθε κόκκος διαθλά το φως με διαφορετικό τρόπο αλλά με συγκεκριμένη πόλωση, έτσι σε ένα τυπικό υλικό το φως μπορεί και διαθλάται με διάφορες πολώσεις.
  3. (ζωολογία) έντομο του είδους Coccus pseudomagnoliarum
    Φέτος ο κόκκος κατέστρεψε τις πορτοκαλιές της Χίου.
  4. (ζωολογία) έντομο του γένους coccus
    Ο κόκκος των εσπεριδοειδών μου προσέβαλλε τις πορτοκαλιές μου και εκκρίνει μια γλοιώδη ουσία σκέτη αηδία...
  5. (βιολογία) βακτήριο με σφαιρικό σχήμα
    Ο σταφυλόκοκκος είναι ένας κόκκος που τείνει να ενώνεται με άλλους σταφυλόκοκκους δημιουργώντας σχηματισμούς που μοιάζουν με σταφύλια.
  6. (βοτανική) μικροσκοπικός καρπός, όπως π.χ. των δημητριακών
  7. (μεταφορικά) ελάχιστη ποσότητα
    Το βιβλίο υποστηρίζει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα κόκκο αλήθειας σε αυτές τις νοσταλγικές παραδόσεις, επισημαίνει το γεγονός ότι μεταξύ των κοινοτήτων, ένας τρόπος της καθημερινής ζωής με βάση την προστασία της πολιτιστικής διαφοράς, ήταν ένα φυσιολογικό και σταθεροποιητικό χαρακτηριστικό των πολυεθνικών κοινωνιών. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]