grain

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grain (en)

  1. (ΗΠΑ) τα δημητριακά (δεν έχει πληθυντικό)
  2. ο σπόρος δημητριακών
  3. ο κόκκος (άμμου, αλατιού κτλ.)
  4. τα νερά του ξύλου ή άλλου υλικού (μοτίβα)

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
grain grains

grain (fr) αρσενικό

  1. ο κόκκος
  2. το σπυρί, ο σπόρος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

égrener, engranger, engrenage, engrener, engrenure, filigrane, graine, grainetier, grainier, grange, granit, granito, granule, granulé, granulie, granulome, grenade, grenadier, grenadille, grenadin, grenadine, grenaille, grenaison, grenat, greneler, grener, grènetis, greneur, grenier, grenu, gros-grain, millerandage, saugreneux, saugrenu



Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

grain

δείτε τη λέξη: graim