Μετάβαση στο περιεχόμενο

grain

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grain grains

grain (en)

  1. (ΗΠΑ) τα δημητριακά (δεν έχει πληθυντικό)
  2. ο σπόρος δημητριακών
  3. ο κόκκος (άμμου, αλατιού κτλ.)
  4. τα νερά του ξύλου ή άλλου υλικού (μοτίβα)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grain grains

grain (fr) αρσενικό

  1. ο κόκκος
  2. το σπυρί, ο σπόρος
  3. η ρώγα
  4. η μπόρα, η λαίλαπα
  5. η χάντρα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Παλαιά γαλλικά (fro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

grain

 δείτε τη λέξη graim