σπυρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπυρί σπυριά
γενική σπυριού σπυριών
αιτιατική σπυρί σπυριά
κλητική σπυρί σπυριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπυρί < αρχαία ελληνική σπυρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /spi.ˈɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπυρί ουδέτερο

  1. σπόρος, κόκκος
  2. φλεγμονή στο δέρμα που δημιουργεί ένα εξόγκωμα, συνήθως με πύον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σπιθουράκι, ακμή


32πχ Μεταφράσεις[]