ακμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀκμή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακμή ακμές
γενική ακμής ακμών
αιτιατική ακμή ακμές
κλητική ακμή ακμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακμή < αρχαία ελληνική ἀκμή < ρίζα -ακ-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ak.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακμή θηλυκό

  1. η περίοδος κατά την οποία ακμάζει (φτάνει στο ανώτερο και ακραίο σημείο της ανάπτυξής του) ένας πολιτισμός, ένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας ή ένα άτομο
  2. (στερεομετρία) το ευθύγραμμο τμήμα που αποτελεί την τομή δύο γειτονικών εδρών ενός στερεού, δηλ. το σημείο στο οποίο τα άκρα της μιας έδρας ενώνονται με τα άκρα της επόμενης
  3. η άκρη, η κόψη
    επί ξυρού ακμής - στην κόψη του ξυραφιού
  4. (ιατρική) πάθηση του δέρματος, πιο συνηθισμένη στους εφήβους, η οποία εκδηλώνεται με την εμφάνιση εξανθημάτων στο πρόσωπο (μπιμπίκια)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]