εφηβεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφηβεία εφηβείες
γενική εφηβείας εφηβειών
αιτιατική εφηβεία εφηβείες
κλητική εφηβεία εφηβείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφηβεία < ελληνιστική κοινή ἐφηβεία < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπί + ἥβη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.fi.ˈvi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφηβεία θηλυκό

  • το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]