ἥβη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Ἥβη, ήβη, Ήβη

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἥβη ἥβα ἧβαι
Γενική ἥβης ἥβαιν ἡβῶν
Δοτική ἥβ ἥβαιν ἥβαις
Αιτιατική ἥβην ἥβα ἥβας
Κλητική ἥβη ἥβα ἧβαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἥβη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *i̯ēgʷā- (δύναμη) < *i̯ē- (νέος) + *gʷei̯- (βίος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἥβη θηλυκό

  1. η νεότητα, η νιότη
  2. (ειδικότερα) η περίοδος της ζωής πριν την ενηλικίωση
  3. το νεανικό σφρίγος, η δύναμη και το πνεύμα της νιότης