νέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νέος η νέα το νέο
      γενική του νέου της νέας του νέου
    αιτιατική τον νέο τη νέα το νέο
     κλητική νέε νέα νέο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νέοι οι νέες τα νέα
      γενική των νέων των νέων των νέων
    αιτιατική τους νέους τις νέες τα νέα
     κλητική νέοι νέες νέα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέος < αρχαία ελληνική νέος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈne.os/

Επίθετο[επεξεργασία]

νέος, -α, -ο

  1. καινούργιος
    πρόκειται για ένα νέο προϊόν
  2. που έχει μικρή ηλικία, που είναι ακόμα στη νεότητα
     συνώνυμα: νιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νέος νέα νέον νέοι νέαι νέα
Γενική νέου νέας νέου νέων νέων νέων
Δοτική νέῳ νέᾳ νέῳ νέοις νέαις νέοις
Αιτιατική νέον νέαν νέον νέους νέας νέα
Κλητική νέε νέα νέον νέοι νέαι νέα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική νέω νέα
Γενική-Δοτική νέοιν νέαιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *néwos (νέος) < *nu (τώρα)

Επίθετο[επεξεργασία]

νέος

  1. καινούργιος, πρόσφατος
  2. (για άνθρωπο) νεανικός