νεότευκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεότευκτος < νεο- + τεύχω (κατασκευάζω) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νεότευκτος, -η, -ο

  • που οικοδομήθηκε, κατασκευάστηκε, ιδρύθηκε κλπ πρόσφατα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]