τεύχω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας τεύχω τεύχομαι
Παρατατικός ἔτευχον ἐτευχόμην
Μέλλοντας τεύξω τεύξομαι
Αόριστος ἔτευξα
& τεῦξα (επ. αόρ.)
& τέτυκον (επ. αόρ. β')
ἐτευξάμην
& τετυκόμην (επ. αόρ. β')
& ἐτύχθην
Παρακείμενος τέτευχα τέτυγμαι
Υπερσυντέλικος ἐτετεύχειν ἐτετύγμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας τετευχώς ἔσομαι τετ(ε)ύξομαι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεύχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dheugh- (> τυγχάνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τεύχω

  1. κατασκευάζω, παράγω, φτιάχνω
  2. οικοδομώ, κτίζω
  3. επιφέρω, προξενώ

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]