τυγχάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

τυγχάνω

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τυγχάνω < από ρίζα τυχ

Open book 01.svg Ρήμα[]

  1. πετυχαίνω κάποιον με βολή
    Εἰ μὲν γὰρ τοῦ παιδὸς τοῦ σοῦ τοῦδε ἑστεῶτος ἐν τοῖσι προθύροισι βαλὼν τύχοιμι μέσης τῆς καρδίης͵ Πέρσαι φανέονται λέγοντες οὐδέν (Ηρόδοτος, 3.35.4-6)
  2. συναντώ κάποιον
    οἱ δὲ γεγαμηκότες ἀναβάντες ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀπήλαυνον πρὸς τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας͵ ὅπως τούτων τύχοιεν (Ξενοφ. Συμπόσιον 9.7.3-4)
  3. (με γενική) μου τυχαίνει κάτι, αποκτώ κάτι
    Οἱ δὲ στρατιῶται τοῖς βασιλικοῖς χρήμασιν ἐποφθαλμίσαντες͵ ὡς οὐχ ὅσων ἠξίουν ἔτυχον͵ ὠργίζοντο (Πλουτάρχου Αἰμίλιος καὶ Τιμολέων, 30.4.1-2)
  4. πετυχαίνω το σκοπό μου
  5. πετυχαίνω να πω το σωστό
  6. τυχαίνει, συμβαίνει κατά τύχη
  7. τυχαίνει να είμαι
  8. (με κατηγορηματική μετοχή) τυχαίνει να
    οἱ δέ (ἔτυχον γὰρ ἐς Κύπρον στρατευόμενοι ναυσὶ διακοσίαις αὑτῶν τε καὶ τῶν ξυμμάχων) ἦλθον ἀπολιπόντες τὴν Κύπρον (Θουκυδίδης, 1.104.2.1-2)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]