πετυχαίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πετυχαίνω < μεσαιωνική ελληνική πετυχαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιτυγχάνω
Ρήμα
[επεξεργασία]πετυχαίνω
- φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
- Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό
- βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο
- βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα
- βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη
Ταυτόσημα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]- (1-4) αποτυγχάνω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- επιτυχία
- πετυχημένος / επιτυχημένος
- → δείτε τις λέξεις επί, τυγχάνω και τύχη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πετυχαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πετυχαίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)