πετυχαίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετυχαίνω < μεσαιωνική ελληνική πετυχαίνω < αρχαία ελληνική ἐπιτυγχάνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πετυχαίνω

  1. φτάνω έναν σκοπό, κατορθώνω να παραχθεί ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
    Το ξέρω, είπε συγκινημένος ο Αλέξιος, και θα μπορούσες ίσως να με βοηθήσεις πολύ για να επιτύχω το σκοπό μου. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  2. κατακτώ μία θέση σε εκπαιδευτικό ίδρυμα μετά από διαγωνισμό
  3. βρίσκω έναν στόχο σημαδεύοντας με όπλο
  4. βρίσκω τη σωστή απάντηση σε ένα ερώτημα
  5. βρίσκω κάτι κατά τύχη, συναντώ κάποιον κατά τύχη

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]