σημαδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημαδεύω < σημάδι + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σημαδεύω, πρτ.: σημάδευα, στ.μέλλ.: θα σημαδέψω, αόρ.: σημάδεψα, παθ.φωνή: σημαδεύομαι, μτχ.π.π.: σημαδεμένος

  1. χαράζω ή τυπώνω ένα χαρακτηριστικό σημάδι πάνω σε κάτι, για να μπορώ να το αναγνωρίσω αργότερα
  2. βάζω κάτι στο σημάδι μου, προσπαθώ να το πετύχω με βολή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στοχεύω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]