τυχαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυχαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυχαίνω < αρχαία ελληνικά τυγχάνω[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tiˈxɛ.nɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τυ‐χαί‐νω

Ρήμα[επεξεργασία]

τυχαίνω

  1. (στο γ΄ πρόσωπο) συμβαίνει κάτι κατά τύχη
    έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα
    σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα
  2. αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης
    τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]