τυχαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τυχαίνω

  1. (στο γ΄ πρόσωπο) συμβαίνει κάτι κατά τύχη
    έτυχε να συναντήσω έναν παλιό φίλο σήμερα
    σου έτυχαν πολλές αναποδιές σήμερα
  2. αποδίδομαι σε κάποιον με τη μεσολάβηση της τύχης
    τράβηξε ένα χαρτί και του έτυχε το 7 κούπα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]