μου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

μου < → λείπει η ετυμολογία

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

μου

  1. γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ)
    Το παιδί μού είπε την αλήθεια.
  2. κτητική αντωνυμία α' προσώπου
    Το παιδί μου έχει γενέθλια.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

μου < (ηχομιμητική λέξη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μου άκλιτο συνήθως με παρατεταμένο το ου

Ετυμολογία 3[επεξεργασία]

μου < μι με τον φθόγγο [u]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μου άκλιτο