μου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- μου < → λείπει η ετυμολογία
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]μου
- γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ)
Το παιδί μού είπε την αλήθεια. (είπε σε μένα)- Για τον τόνο στο μού δείτε Παράρτημα:Γραμματική (νέα_ελληνικά)#μονοσύλλαβα με τόνο.
- παλιότερη γραφή: μοῦ
- κτητική αντωνυμία α' προσώπου
Το παιδί μου έχει γενέθλια. (το δικό μου παιδί)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| Προσωπικές αντωνυμίες | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Α' πρόσωπο | Β' πρόσωπο | Γ' πρόσωπο | |||
| ενικός | |||||
| Πτώση | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||
| ονομαστική | εγώ | εσύ | αυτός & τος | αυτή & τη | αυτό & το |
| γενική | εμένα & (εμού) & μου | εσένα & σου | αυτού & του | αυτής & της | αυτού & του |
| αιτιατική | εμένα & με | εσένα & σε | αυτόν & τον | αυτή(ν) & τη(ν) | αυτό & το |
| κλητική | - | εσύ | - | - | - |
| πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | εμείς | εσείς | αυτοί & τοι | αυτές & τες | αυτά & τα |
| γενική | εμάς & μας | εσάς & σας | αυτών & τους | αυτών & τους | αυτών & τους |
| αιτιατική | εμάς & μας | εσάς & σας | αυτούς & τους | αυτές & τες/τις | αυτά & τα |
| κλητική | - | εσείς | - | - | - |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- μου < (ηχομιμητική λέξη)
Επιφώνημα
[επεξεργασία]μου άκλιτο συνήθως με παρατεταμένο το ου
- (φωνή ζώου) ο ήχος του μουκανητού (μούγκρισμα) της αγελάδας και του βοδιού
- ※ Μου, μου … η αγελάδα. Μου … έκανε η αγελάδα, σαν αν έλεγε: «Θέλω το φαγητό μου. Φέρε, Άννα, φύλλα». Η Άννα έφερε φύλλα. Η αγελάδα έτρωγε κι εκουνούσε την ουρά.
- Ι.Κ. Γιαννέλης - Γ.Κ. Σακκάς, Αλφαβητάριο, εικονογράφηση: Κώστας Γραμματόπουλος (Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 41964), σσ. 72-73.
- ※ Μου, μου … η αγελάδα. Μου … έκανε η αγελάδα, σαν αν έλεγε: «Θέλω το φαγητό μου. Φέρε, Άννα, φύλλα». Η Άννα έφερε φύλλα. Η αγελάδα έτρωγε κι εκουνούσε την ουρά.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 3
[επεξεργασία]- μου < μι με τον φθόγγο [u]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μου άκλιτο
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]μου
- (προσωπική αντωνυμία) α΄ πρόσωπο γενική ενικού του ἐγώ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] η προσωπική αντωνυμία «ἐγώ»
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι αντωνυμιών (νέα ελληνικά)
- Ηχομιμητικές λέξεις (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιφωνήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φωνές ζώων (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι αντωνυμιών (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)