σου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

σου

Κλιτικός τύπος αντωνυμίας[επεξεργασία]

σου

  • προσωπική αντωνυμία δευτέρου προσώπου σε γενική (ονομαστική εσύ)· χρησιμοποιείται ως έμμεσο αντικείμενο
    τι σου είπε ο αδελφός μου;

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

σου ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

σου ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]