Μετάβαση στο περιεχόμενο

εσείς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εσείς < μεσαιωνική ελληνική ἐσεῖς < (ε)σύ, με αναλογικό σχηματισμό προς το αρχαίο ὑμεῖς (παραβάλετε και εμείς).[1] Η ανάγκη για τον σχηματισμό πιθανώς προέκυψε από την ομοηχία των ἡμεῖς και ὑμεῖς ύστερα από τον ιωτακισμό τού ύψιλον κατά τον 10ο μ.Χ. αιώνα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈsis/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐σείς

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

εσείς

  1. προσωπική αντωνυμία που εκφράζει το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο: αναφέρεται στους συνομιλητές
    Πρέπει εγώ να βγω για μια εργασία, εσείς θα μείνετε εδώ;
  2. πληθυντικός ευγενείας αντί του εσύ
    Κύριε Πρόεδρε, εσείς μας είπατε ότι..
Προσωπικές αντωνυμίες
Α' πρόσωποΒ' πρόσωποΓ' πρόσωπο
ενικός
Πτώσηαρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομαστική εγώεσύαυτός & τοςαυτή & τηαυτό & το
γενική εμένα & (εμού) & μουεσένα & σουαυτού & τουαυτής & τηςαυτού & του
αιτιατική εμένα & μεεσένα & σεαυτόν & τοναυτή(ν) & τη(ν)αυτό & το
κλητική -εσύ---
πληθυντικός
ονομαστική εμείςεσείςαυτοί & τοιαυτές & τεςαυτά & τα
γενική εμάς & μαςεσάς & σαςαυτών & τουςαυτών & τουςαυτών & τους
αιτιατική εμάς & μαςεσάς & σαςαυτούς & τουςαυτές & τες/τιςαυτά & τα
κλητική -εσείς---

Αυτή η γλώσσα κάνει διάκριση 2ου προσώπου στον ενικό (οικείο, φιλικό, ανεπίσημο) και στον πληθυντικό ευγενείας. (διάκριση tu-vos:δείτε)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.