happen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας happen
γ΄ ενικό ενεστώτα happens
αόριστος happened
παθητική μετοχή happened
ενεργητική μετοχή happening

Ετυμολογία [επεξεργασία]

happen < < (κληρονομημένο) μέση αγγλική happenen < hap / happe + en < παλαιά νορβηγική happ < πρωτογερμανική **hampijaną < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kob- (καλοτυχία, επιτυχία)

Ρήμα[επεξεργασία]

happen (en)

  1. συμβαίνω
  2. συμβαίνω, γίνομαι απρόσμενα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]