νεολογισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Βικιλεξικό:Νεολογισμοί

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεολογισμός νεολογισμοί
γενική νεολογισμού νεολογισμών
αιτιατική νεολογισμό νεολογισμούς
κλητική νεολογισμέ νεολογισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεολογισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néologisme < αρχαία ελληνική νέος + λόγος + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεολογισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)
  2. λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]