νεολογισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κατηγορία: Νεολογισμοί, Βικιλεξικό:Νεολογισμοί

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεολογισμός νεολογισμοί
γενική νεολογισμού νεολογισμών
αιτιατική νεολογισμό νεολογισμούς
κλητική νεολογισμέ νεολογισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεολογισμός < νέος + λόγος και κατάληξη ουσιαστικών σε -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεολογισμός αρσενικό

γλωσσολ. κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων, εξατομικεύω, εξειδικεύω, είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας κοτολέτα, κομπιούτερ κ.α..

  1. λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]