Μετάβαση στο περιεχόμενο

νεολογισμός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Βικιλεξικό:Νεολογισμοί

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νεολογισμός οι νεολογισμοί
      γενική του νεολογισμού των νεολογισμών
    αιτιατική τον νεολογισμό τους νεολογισμούς
     κλητική νεολογισμέ νεολογισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νεολογισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néologisme < αρχαία ελληνική νέος (νεο-) + λόγος + -ισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νεολογισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)[1]
  2. λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα
    ※  Σήμερα το φαινόμενο της νεολογίας μελετάται ενδελεχώς καθώς οι νεολογισμοί εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή των ομιλητών όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις σύγχρονες τεχνολογίες, στα τεχνικά λεξιλόγια κ.α.[1]
    ※  Η σημειακή εγγύτητα μεταξύ homosexuality/homosociality δεν είναι τυχαία ― ο νεολογισμός έχει ακριβώς δημιουργηθεί κατ’ αναλογία του όρου «ομοσεξουαλικός/ομοφυλόφιλος» (homosocial < homosexual), και ορίζει ακριβώς σχέσεις που συνήθως δεν είναι ομοφυλοφιλικές (Δημήτρης Παπανικολάου, «Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν εσένα»: Ο Αλέξης Ζορμπάς και η ποιητική της ομοκοινωνικότητας» σελ. 439-440 στο Ο Καζαντζάκης στον 21ο αιώνα Πρακτικά Συνδερίου «Νίκος Καζαντζάκης 2007: Πενήντα Χρόνια Μετά», Ηράκλειο, 2010 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]