κοτολέτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοτολέτα κοτολέτες
γενική κοτολέτας κοτολετών
αιτιατική κοτολέτα κοτολέτες
κλητική κοτολέτα κοτολέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοτολέτα < γαλλική côtelette

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοτολέτα θηλυκό

  1. αρνίσιο ή χοιρινό πλευρό
  2. (ειδικότερα) μπριζόλα πασπαλισμένη με κάποιο υλικό, συνήθως φρυγανιά και αυγό, ψητή ή τηγανισμένη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]