μπριζόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπριζόλα οι μπριζόλες
      γενική της μπριζόλας των μπριζολών
    αιτιατική την μπριζόλα τις μπριζόλες
     κλητική μπριζόλα μπριζόλες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπριζόλα < βενετική brisiola < ιταλική braciola, υποκοριστικό του brace < γερμανική brasa < πρωτογερμανική *brasō (θράκα, αναμμένα κάρβουνα) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰres- (σπάω, ραγίζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bri.ˈzo̞.la/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπριζόλα θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]