αναμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναμμένος αναμμένη αναμμένο
γενική αναμμένου αναμμένης αναμμένου
αιτιατική αναμμένο αναμμένη αναμμένο
κλητική αναμμένε αναμμένη αναμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναμμένοι αναμμένες αναμμένα
γενική αναμμένων αναμμένων αναμμένων
αιτιατική αναμμένους αναμμένες αναμμένα
κλητική αναμμένοι αναμμένες αναμμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναμμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανάβω





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]