ανάβω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάβω < αρχαία ελληνική ἀνάπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈna.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανάβω (παθητική φωνή: ανάβομαι. Μετοχή παθητικού παρακειμένου: αναμμένος)

  1. (μεταβατικό) βάζω φωτιά σε κάτι
  2. (αμετάβατο) παίρνω φωτιά
  3. (αμετάβατο) υπερθερμαίνομαι, είμαι υπερβολικά ζεστός
  4. (μεταβατικό) θέτω σε λειτουργία μια μηχανή ή συσκευή
  5. (αμετάβατο) τίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές)
  6. (μεταβατικό, μεταφορικά) θυμώνω κάποιον ή τον ερεθίζω σεξουαλικά
  7. (αμετάβατο, μεταφορικά) θυμώνω ή ερεθίζομαι σεξουαλικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]