Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανάβω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀνάβω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανάβω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνάβω < αρχαία ελληνική ἀνάπτω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈna.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανάβω

ανάβω, αόρ.: άναψα, παθ.φωνή: ανάβομαι, π.αόρ.: ανάφτηκα, μτχ.π.π.: αναμμένος

  1. (μεταβατικό)
    1. βάζω φωτιά σε κάτι
        Στα δάχτυλα του χεριού του τραυματίστηκε 12χρονος, έξω από τον Ιερό Ναό Αγίου Βλασίου, στο Μενίδι, ύστερα από έκρηξη κροτίδας που ο ίδιος άναψε (Σοβαρός τραυματισμός ανηλίκου από κροτίδα στο Μενίδι - Μεταφέρθηκε στο Παίδων, skai.gr, 12/04/2026 )
       συνώνυμα: καίω
    2. θέτω σε λειτουργία μια μηχανή ή συσκευή
    3. (μεταφορικά) θυμώνω κάποιον
    4. (μεταφορικά) ερεθίζω σεξουαλικά
  2. (αμετάβατο)
    1. παίρνω φωτιά
        Το σπίτι του γιατρού είναι από ξύλο, ανάβει σαν μπουρλότο. ( Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
    2. υπερθερμαίνομαι, είμαι υπερβολικά ζεστός
        Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. ( Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
    3. τίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές)
    4. (μεταφορικά) θυμώνω
    5. (μεταφορικά) ερεθίζομαι σεξουαλικά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια