Μετάβαση στο περιεχόμενο

encender

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
encender < λατινική incendere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en̟.sen̪ˈd̪eɾ/ (Λατινική Αμερική)
ΔΦΑ : /en̟.θen̪ˈd̪eɾ/ (Ισπανία)
τυπογραφικός συλλαβισμός: encender

encender (es)

  1. (μεταβατικό) ανάβω
    παράδειγμα  La luz solar que pasa a través de la lupa está encendiendo poco a poco los extremos del papel.
    παράδειγμα  Το ηλιακό φως που περνά μέσα από τον μεγεθυντικό φακό ανάβει σιγά σιγά τις άκρες του χαρτιού.
    Σημείωση: Χρησιμοποιείται επίσης και ως αντωνυμικό ρήμα encenderse.
     συνώνυμα: quemar, avivar, inflamar, arder
  2. (μεταβατικό) βάζω φωτιά
    παράδειγμα  No juegues con esto, mocoso, que la casa se puede encender y nos podemos morir, ¿entendiste?
    παράδειγμα  Μην παίζεις μ’ αυτό, πιτσιρίκι, γιατί μπορεί να πάρει φωτιά το σπίτι και να πεθάνουμε, το κατάλαβες;
     συνώνυμα: incendiar, quemar, asar achicharrar, calcinar, incinerar
  3. (μεταβατικό) φλογίζω, εξάπτω, καίω
    παράδειγμα  La pimienta enciende los ojos.
    παράδειγμα  Το πιπέρι καίει τα μάτια.
    Σημείωση: Χρησιμοποιείται επίσης και ως αντωνυμικό ρήμα encenderse.
  4. (μεταβατικό) ξεσπώ πόλεμο
    παράδειγμα  Los desacuerdos entre las naciones pueden encender conflictos bélicos.
    παράδειγμα  Οι διαφωνίες μεταξύ των εθνών μπορεί να προκαλέσουν πολεμικές συγκρούσεις.
    Σημείωση: Χρησιμοποιείται επίσης και ως αντωνυμικό ρήμα encenderse.
  5. (μεταβατικό) παροτρύνω, ξεσηκώνω, εξάπτω
    Σημείωση: Χρησιμοποιείται επίσης και ως αντωνυμικό ρήμα encenderse.
     συνώνυμα: enardecer, incitar, exhortar

Εκφράσεις

[επεξεργασία]