yanmak

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /jɑnˈmɑk/

Ρήμα[επεξεργασία]

yanmak (tr)

  1. φλέγομαι, καίγομαι
    bina yanıyordu, biraz sonra da çöktü. - το κτήριο φλεγόταν, ενώ σε λίγο έπεσε ολόκληρο
  2. (μεταφορικά) είμαι πολύ ζεστός
    sıcaklık arttıkça şehir merkezi yanıyor. - ο κέντρο της πόλης φλέγεται κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία
     συνώνυμα: pişmek, kavrulmak
  3. (μεταφορικά) την έχω άσχημα, την έβαψα
    burada olduğumuzu anlarlarsa yanarız. - σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι είμαστε εδώ, την βαψαμε.
     συνώνυμα: mahvolmak, (χυδαίο) sıçmak

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]