ben

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

ben (fr)

  1. βέβαια, σίγουρα
    ben oui ! - μα και βέβαια, ναι!

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ben bens

ben (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) το παντελόνι
    δείτε τη λέξη bénard



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ben (da)



|Μανξ (gv)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ben (gv)



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ben (no)



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ben 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ben (sv)



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ben < παλαιά τουρκική 𐰢𐰤 (men, εγώ)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ben/

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ben (tr)

Κλίση[επεξεργασία]

Προσωπικές αντωνυμίες
ενικός
Πτώση Α' πρόσωπο Β' πρόσωπο Γ' πρόσωπο
ονομαστική ben sen o
αιτιατική beni seni onu
δοτική bana sana ona
τοπική bende sende onda
αφαιρετική benden senden ondan
κτητική benim senin onun
πληθυντικός
ονομαστική biz siz onlar
αιτιατική bizi sizi onları
δοτική bize size onlara
τοπική bizde sizde onlarda
αφαιρετική bizden sizden onlardan
κτητική bizim sizin onların

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ben (tr)

  • η ελιά, μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης.

Κλίση[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]