ελιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ελιά | οι | ελιές |
| γενική | της | ελιάς | των | ελιών |
| αιτιατική | την | ελιά | τις | ελιές |
| κλητική | ελιά | ελιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||



Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ελιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλιά με συνίζηση < αρχαία ελληνική ἐλαία[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈʎa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐λιά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ελιά θηλυκό
- (δέντρο) αιωνόβιο και αειθαλές δένδρο με στιλπνά ωοειδή φύλλα, στρεβλό (συνήθως) κορμό, με γκρίζο φλοιό και καρπό ωοειδούς σχήματος και πράσινο και σκληρό περικάρπιο, που, όταν ωριμάσει, μαυρίζει και μαλακώνει. Καλλιεργείται κυρίως στις μεσογειακές χώρες
- ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)
- ※ Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)
Η θεά Αθηνά δώρισε στους Αθηναίους ένα κλαδί ελιάς.
- (τρόφιμο) ο καρπός του ομώνυμου δέντρου, που γίνεται βρώσιμος με ποικίλες ειδικές επεξεργασίες και είναι η πηγή για το μαγειρικό λάδι
Μου αρέσουν οι μαύρες ελιές.
- μελανόχρωμη κηλίδα του δέρματος που συνήθως εξέχει κι οφείλεται στην υπερβολική έκκριση μελανίνης
έχει μια ελιά στο μάγουλο- ※ Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- το κρέας από το σβέρκο βοοειδών, ο σβέρκος
- (ανατομία) βουβώνας
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- ελαιο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα ελαιο- στο Βικιλεξικό
- λιο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα λιο- στο Βικιλεξικό
και
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ελιά στη Βικιπαίδεια

- κατωιταλικά: alea
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δέντρο
|
καρπός
|
κηλίδα δέρματος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ελιά - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Δέντρα (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Τρόφιμα (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)