μαγειρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαγειρικός < μάγειρος
Επίθετο
[επεξεργασία]μαγειρικός -ή -ό
- που χρησιμεύει στο μαγείρεμα, στη μαγειρική
μαγειρικά σκεύη- ※ Σκοπός της διαδικασίας είναι η κατασκευή μαγειρικών λιπών, για τα οποία τα στερεά πλέον λινέλαια και ιχθυέλαια αναμειγνύονται με ελαιόλαδο και βαμβακέλαιο. Τη σχετική παραγωγή ο Ελαιοφοίνιξ άρχισε το 1931. Ως τότε στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται εισαγόμενα μαγειρικά λίπη από τη Βόρεια Ευρώπη (συνήθως με πρώτη ύλη το ιχθυέλαιο) (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδόσεις Κέρκυρα, 2006, σελ. 101)