Μετάβαση στο περιεχόμενο

culinaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
culinaire culinaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

culinaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό