αειθαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀειθαλής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αειθαλής αειθαλής αειθαλές
γενική αειθαλούς αειθαλούς αειθαλούς
αιτιατική αειθαλή αειθαλή αειθαλές
κλητική αειθαλή(ς) αειθαλής αειθαλές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αειθαλείς αειθαλείς αειθαλή
γενική αειθαλών αειθαλών αειθαλών
αιτιατική αειθαλείς αειθαλείς αειθαλή
κλητική αειθαλείς αειθαλείς αειθαλή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αειθαλής < ελληνιστική κοινή ἀειθαλής < ἀεί + θάλλω

Open book 01.svg Επίθετο[]

αειθαλής, -ής, -ές

  1. (για φυτά) που δεν ρίχνει τα φύλλα του το χειμώνα
    το πεύκο είναι ένα αειθαλές δέντρο
  2. (μεταφορικά) γεμάτος ζωή και ενέργεια, ακόμη και σε μεγάλη ηλικία
    αειθαλής γέροντας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]