μελανίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μελανίνη < μέλας (γενική: μέλανος) + επίθημα -ίνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μελανίνη θηλυκό

  • (βιολογία): ουσία των μελανοκυττάρων που φέρονται στην επιδερμίδα, το φτέρωμα και στα λέπια, η οποία απορροφά την ηλιακή ακτινοβολία και είναι υπεύθυνη για το μαύρο χρωματισμό τους.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]