oliivi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oliivi (fi)

  • ελιά (ο καρπός του ελαιόδεντρου)