λάδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | λάδι | τα | λάδια |
| γενική | του | λαδιού | των | λαδιών |
| αιτιατική | το | λάδι | τα | λάδια |
| κλητική | λάδι | λάδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάδι < μεσαιωνική ελληνική (ἐ)λάδι(ν) με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος < ελληνιστική κοινή ἐλᾴδιον, υποκοριστικό του αρχαίου ἔλαιον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈla.ði/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λά‐δι
- τονικό παρώνυμο: λαδί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λάδι ουδέτερο
- (τρόφιμο) το έλαιο που παράγεται από τη σύνθλιψη των καρπών του δέντρου της ελιάς, το ελαιόλαδο
- ※ Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)
- το ορυκτέλαιο
Πρέπει ν' αλλάξω λάδια στη μηχανή.
Ο κινητήρας καίει λάδια, πρέπει να του κάνω ρεκτιφιέ.
- υγρό για την επάλειψη του δέρματος, όπως το αντιηλιακό λάδι
- ※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
- υγρό για την επάλειψη επιφανειών
- (ζωγραφική) η λαδομπογιά
- ※ Αντίθετα με τα αφηγηματικά έργα, στις προσωπογραφίες, το υλικό είναι σχεδόν πάντα το λάδι, και οι πρόγονοί τους πρέπει να αναζητηθούν στη ζωγραφική της Ευρώπης, από τον Εμπρεσιονισμό και μετά, σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία ανατολίζοντα, που οφείλονται στο Φαγιούμ και στο Βυζάντιο. (Ειρήνη Φλώρου, Γιάννης Τσαρούχης: Η ζωγραφική και η εποχή του, Νέα Σύνορα, εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, 1999, σελ. 73)
- (ζωγραφική) πίνακας που έχει ζωγραφιστεί με λαδομπογιές
- (αργκό, μεταφορικά) χρηματισμός, δωροδοκία (κυρίως το ποσό)
- ※ Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βγάζω το λάδι (κάποιου): κουράζω, ταλαιπωρώ κάποιον πάρα πολύ
- βγαίνω λάδι: καταφέρνω να αθωωθώ ή να απαλλαχθώ από μια κατηγορία
- η θάλασσα είναι λάδι
- καίω λάδια / χάνω λάδια: δεν είμαι στα καλά μου, δε σκέπτομαι ή δεν ενεργώ σωστά
- ρίχνω λάδι στη φωτιά και χύνω λάδι στη φωτιά: οξύνω ακόμη περισσότερο μια ήδη τεταμένη κατάσταση, μια διαμάχη κλπ
- τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι και τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι κι έξι το λαδόξιδο
- φάε λάδι κι έλα βράδυ
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
λάδι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λάδι
|
ρίχνω λάδι στη φωτιά, χύνω λάδι στη φωτιά
Πηγές
[επεξεργασία]- λάδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λάδι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- λάδι - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λάδι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐλᾴδιον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: λάδι, ⇒ κυπριακά: λάδιν, ⇒ ποντιακά: ελάδιν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λάδι ουδέτερο
- ελαιόλαδο
- ※ 17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία, Πράξη Γ', στίχ. 343 (343-344) @anemi.lib.uoc.gr
- καὶ πάλι ἀλεύρι καὶ τυρὶ ξεχωριστὰ καὶ λάδι,
καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔχω στὸ σπίτι μου πάντα θὲς ἔχει ἁμάδι.- Φώσκολος, Μάρκος Αντώνιος,1597-1662, Φορτουνάτος :Κωμωδία ανέκδοτος /Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου, το πρώτον εκ του αυτόγραφου του ποιητού εκδιδομένη υπό Στεφ. Ξανθουδίδου, εκδόσεις: ¨Ελευθερουδάκης¨, Αθήνα 1922, σελ. 106.
- καὶ πάλι ἀλεύρι καὶ τυρὶ ξεχωριστὰ καὶ λάδι,
- ※ 17ος αιώνας Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεμος, 570, στίχ. 7 @anemi.lib.uoc.gr
- Ποὖναι τὰ λάδια, τὰ κρασά, τὰ στάργια, τὰ μετάξα,
- Ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669) : Ή συλλογή των ελληνικών ποιημάτων Ανθίμου Διακρούση Μαρίνου Ζάνε / συλλεγέντων και εκδιδομένων υπό του αρχιμανδρίτου Αγαθαγγέλου Ξηρουχάκη, (επιμ.). Εν Τεργέστη: Τύποις του αυστριακού Λόϋδ, 1908.
- Ποὖναι τὰ λάδια, τὰ κρασά, τὰ στάργια, τὰ μετάξα,
- ※ 17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία, Πράξη Γ', στίχ. 343 (343-344) @anemi.lib.uoc.gr
- (από διάφορα αρωματικά φυτά) έλαιο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- λάδια (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- ἐλαδᾶς
- ἐλαδικός
- ἐλαδόφυλλον
- ἐλαιόδενδρον
- ἐλαιοθήκη
- ἐλαιοκηρόπουλος
- ἐλαιόκλαδος
- ἐλαιόκοκκον
- ἐλαιοκοπέω
- λαδερός
- λαδικό, λαδικόν
- λαδοπουλειό
- → και δείτε τη λέξη ἔλαιον
Πηγές
[επεξεργασία]- λάδι - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- λάδι σελ.73 & σελ.74, Τόμος 9 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- ἐλάδιν - LBG, λάδιν - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τρόφιμα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ζωγραφική (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)