oleo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

oleo < ole + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oleo (eo)


Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

oleo < olo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃ed- (μυρίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

oleo

  1. όζω, βγάζω οσμή
  2. μυρίζω
  3. φανερώνω, προδίδω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]