Öl

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Öl Öle
γενική Öl(e)s Öle
δοτική Öl(e) Ölen
αιτιατική Öl Öle


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Öl 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Öl (de), ουδέτερο


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Öl ins Feuer gießen. - Ρίχνω λάδι στη φωτιά.


Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


Σύνθετα[επεξεργασία]