Olivenöl

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Olivenöl Olivenöle
γενική Olivenöl(e)s Olivenöle
δοτική Olivenöl(e) Olivenölen
αιτιατική Olivenöl Olivenöle

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Olivenöl < Olive (ελιά, ο καρπός του ελαιόδεντρου) + Öl (έλαιο, λάδι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Olivenöl (de) ουδέτερο