λαδάδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαδάδικο λαδάδικα
γενική λαδάδικου λαδάδικων
αιτιατική λαδάδικο λαδάδικα
κλητική λαδάδικο λαδάδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδάδικο < λαδάς + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαδάδικο ουδέτερο

  1. κατάστημα που πουλάει λάδι
  2. κατάστημα που πουλάει λιπαντικά (λάδια) για αυτοκίνητο
  3. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): δεξαμενόπλοιο μεταφοράς λαδιών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]