λαδόκολλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαδόκολλα οι λαδόκολλες
      γενική της λαδόκολλας
    αιτιατική τη λαδόκολλα τις λαδόκολλες
     κλητική λαδόκολλα λαδόκολλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαδόκολλα < λάδι + κόλλα
κομμάτι από λαδόκολλα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαδόκολλα θηλυκό

  1. αδιάβροχο χαρτί εμποτισμένο με λιπαρή ουσία, με το οποίο τυλίγουμε κρεατικά και ψάρια για να τα ψήσουμε χωρίς να χασουν τους χυμούς τους ή το στρώνουμε στα ταψιά για να μην κολλήσουν τα γλυκίσματα στο ψήσιμο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]