ψήνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήνω < μεσαιωνική ελληνική ψήνω και ψένω < από τύπους ἧψον ή ἡψήθην ή ἡψημένος του αρχαίου ἕψω (μαγειρεύω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψήνω, παθ. φωνή: ψήνομαι, παθ. μτχ.: ψημένος

  1. επεξεργάζομαι κάτι εκθέτοντάς το στη φωτιά
  2. παρασκευάζω φαγητό ή ποτό βάζοντάς το στη φωτιά απευθείας ή σε κάποιο σκεύος
    βλέπε και μαγειρεύω
  3. (για μέταλλο) το σκληρύνω, βυθίζοντάς το σε κρύο νερό αμέσως μετά την έξοδό του από τον φούρνο, ώστε να σκληρυνθεί και να γίνει ταυτόχρονα ελαστικό
  4. (μεταφορικά) βασανίζω, τυραννώ, ταλαιπωρώ, κυρίως με έκθεση σε μεγάλες θερμοκρασίες
  5. (μεταφορικά) πείθω κάποιον επιδέξια να κάνει αυτό που θέλω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]