ψητό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψητό ψητά
γενική ψητού ψητών
αιτιατική ψητό ψητά
κλητική ψητό ψητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψητό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ψητός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψητό ουδέτερο

  1. φαγητό, κυρίως κρέας, ψημένο στο φούρνο
  2. (αργκό) κύριο θέμα
    Προχώρα στο ψητό...


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ψητό