ψημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψημένος ψημένη ψημένο
γενική ψημένου ψημένης ψημένου
αιτιατική ψημένο ψημένη ψημένο
κλητική ψημένε ψημένη ψημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψημένοι ψημένες ψημένα
γενική ψημένων ψημένων ψημένων
αιτιατική ψημένους ψημένες ψημένα
κλητική ψημένοι ψημένες ψημένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ψήνω

Μετοχή[επεξεργασία]

ψημένος αρσενικό, ψημένη θηλυκό, ψημένο ουδέτερο

  1. δείτε τη λέξη ψήνομαι
    το φαγητό είναι ψημένο εδώ και ώρα
    γυναίκες ψημένες από τον ήλιο και τη σκληρή δουλειά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]