Μετάβαση στο περιεχόμενο

grilled

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός grilled
συγκριτικός more grilled
υπερθετικός most grilled

grilled (en)

  • (γαστρονομία) ψητός, στη σχάρα, της σχάρας, ψημένος, που τον έχουν ψήσει στη σχάρα
    παράδειγμα  Grilled or fried fish?
    Ψητό ή τηγανητό ψάρι;
    παράδειγμα  grilled pork chop - μπριζόλα χοιρινή στη σχάρα
    παράδειγμα  grilled lamb chops - παγιδάκια αρνίσια στη σχάρα
    παράδειγμα  grilled chicken fillet served with rice and vegetables - φιλέτο κοτόπουλο σχάρας σερβίρεται με ρύζι και λαχανικά
    παράδειγμα  grilled steaks/potatoes - ψημένες μπριζόλες/πατάτες

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

grilled (en)