grilled
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | grilled |
| συγκριτικός | more grilled |
| υπερθετικός | most grilled |
grilled (en)
- (γαστρονομία) ψητός, στη σχάρα, της σχάρας, ψημένος, που τον έχουν ψήσει στη σχάρα
Grilled or fried fish?
- Ψητό ή τηγανητό ψάρι;
grilled pork chop - μπριζόλα χοιρινή στη σχάρα
grilled lamb chops - παγιδάκια αρνίσια στη σχάρα
grilled chicken fillet served with rice and vegetables - φιλέτο κοτόπουλο σχάρας σερβίρεται με ρύζι και λαχανικά
grilled steaks/potatoes - ψημένες μπριζόλες/πατάτες
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]grilled (en)