ταλαιπωρώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαιπωρώ < αρχαία ελληνική ταλαιπωρῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ταλαιπωρώ

  1. κουράζω πολύ, σωματικά ή ψυχικά
    Μη τον ταλαιπωρείς τον άνθρωπο, κρίμα είναι!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]