ταλαίπωρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταλαίπωρος ταλαίπωρη ταλαίπωρο
γενική ταλαίπωρου ταλαίπωρης ταλαίπωρου
αιτιατική ταλαίπωρο ταλαίπωρη ταλαίπωρο
κλητική ταλαίπωρε ταλαίπωρη ταλαίπωρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταλαίπωροι ταλαίπωρες ταλαίπωρα
γενική ταλαίπωρων ταλαίπωρων ταλαίπωρων
αιτιατική ταλαίπωρους ταλαίπωρες ταλαίπωρα
κλητική ταλαίπωροι ταλαίπωρες ταλαίπωρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαίπωρος < αρχαία ελληνική ταλαίπωρος < τάλας < τλάω (< ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *telh₂-) + πωρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταλαίπωρος

  1. καταπονημένος σωματικά ή ψυχικά
    Άφησέ τον να κοιμηθεί, τον ταλαίπωρο!
  2. (μεταφορικά) άτυχος, δύστυχος, κακομοίρης
    Ένας ταλαίπωρος άνθρωπος είναι, όλα στραβά του βγήκανε!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαίπωρος < τάλας + πωρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταλαίπωρος

  1. ταλαίπωρος