βασανισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασανισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βασανίζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /va.sa.ni.ˈzmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

βασανισμένος -η -ο

  1. που έχει υποστεί βασανιστήρια
  2. που έχει περάσει πολλά βάσανα στη ζωή του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]