ταλαιπωρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταλαιπωρία οι ταλαιπωρίες
      γενική της ταλαιπωρίας των ταλαιπωριών
    αιτιατική την ταλαιπωρία τις ταλαιπωρίες
     κλητική ταλαιπωρία ταλαιπωρίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταλαιπωρία < αρχαία ελληνική ταλαιπωρία < ταλαίπωρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταλαιπωρία θηλυκό

  • σωματική ή ψυχική καταπόνηση
    Μεγάλη ταλαιπωρία στο αεροδρόμιο από την απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]